Греческий словарь
с грамматикой

συνταξιούχος

[sinˈtakˌsuços]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
пенсионер
pensioner, retiree · άνθρωπος που λαμβάνει σύνταξη — человек, который получает пенсию

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο συνταξιούχος
вин.
τον συνταξιούχο
род.
του συνταξιούχου
зват.
συνταξιούχε
Мн. ч.
им.
οι συνταξιούχοι
вин.
τους συνταξιούχους
род.
των συνταξιούχων
зват.
συνταξιούχοι

Примеры

Ο συνταξιούχος περπατάει κάθε πρωί στο πάρκο.
Пенсионер гуляет в парке каждое утро. · The pensioner walks in the park every morning.
Πολλοί συνταξιούχοι ταξιδεύουν κατά τους χειμερινούς μήνες.
Многие пенсионеры путешествуют зимой. · Many retirees travel during the winter months.
Η σύνταξη του συνταξιούχου αυξήθηκε φέτος.
Пенсия пенсионера в этом году увеличилась. · The pensioner's pension was raised this year.