συνταξιοδότηση
[sinˌtaksiɔðˈɔtisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
назначение пенсии, выход на пенсию
retirement, granting of a pension · η συνταξιοδότηση στα 65 — выход на пенсию в 65 лет
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνταξιοδότηση
вин.
την συνταξιοδότηση
род.
της συνταξιοδότησης
зват.
συνταξιοδότηση
Мн. ч.
им.
οι συνταξιοδοτήσεις
вин.
τις συνταξιοδοτήσεις
род.
των συνταξιοδοτήσεων
зват.
συνταξιοδοτήσεις
Примеры
Η συνταξιοδότησή του θα γίνει την επόμενη χρονιά.
Его выход на пенсию состоится в следующем году. · His retirement will take place next year.
Πολλοί εργαζόμενοι περιμένουν την συνταξιοδότηση με ανυπομονησία.
Многие работающие люди нетерпеливо ждут выхода на пенсию. · Many workers eagerly await retirement.
Η συνταξιοδότηση των δημοσίων υπαλλήλων έχει αλλάξει.
Процедура выхода на пенсию государственных служащих изменилась. · The retirement procedure for civil servants has changed.