Греческий словарь
с грамматикой

συνταξιοδοτώ

[sintaksiɔðɔˈtɔ]глаголC1

Значения

1
назначать пенсию, предоставлять право на пенсию
to grant a pension, to pensionoff · συνταξιοδοτώ έναν εργαζόμενο — назначить пенсию работнику

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνταξιοδοτώ
εσύ
συνταξιοδοτείς
αυτός
συνταξιοδοτεί
εμείς
συνταξιοδοτούμε
εσείς
συνταξιοδοτείτε
αυτοί
συνταξιοδοτούν
Аорист
εγώ
συνταξιοδότησα
εσύ
συνταξιοδότησες
αυτός
συνταξιοδότησε
εμείς
συνταξιοδοτήσαμε
εσείς
συνταξιοδοτήσατε
αυτοί
συνταξιοδότησαν
Будущее
εγώ
θα συνταξιοδοτήσω
εσύ
θα συνταξιοδοτήσεις
αυτός
θα συνταξιοδοτήσει
εμείς
θα συνταξιοδοτήσουμε
εσείς
θα συνταξιοδοτήσετε
αυτοί
θα συνταξιοδοτήσουν

Примеры

Το κράτος συνταξιοδοτεί τους εργάζεσθαι δεν μπορούντες.
Государство назначает пенсии тем, кто больше не может работать. · The state grants pensions to those who can no longer work.
Συνταξιοδότησαν την εργάζομενη μετά από τριάντα χρόνια υπηρεσίας.
Они назначили ей пенсию после тридцати лет работы. · They pensioned her off after thirty years of service.
Θα συνταξιοδοτηθούν χιλιάδες δημοσίων υπαλλήλων το επόμενο έτος.
Тысячи государственных служащих получат пенсию в следующем году. · Thousands of civil servants will be pensioned off next year.