Греческий словарь
с грамматикой

συνταγματικός

[sintagmatiˈkos]прилагательноеC1

Значения

1
конституционный, относящийся к конституции
constitutional, relating to a constitution · συνταγματικό δικαίωμα — конституционное право
2
конституционный, законный, легитимный
constitutional, lawful, legitimate · συνταγματική κυβέρνηση — законное правительство

Грамматика

мужской род
им.
συνταγματικός
вин.
συνταγματικό
род.
συνταγματικού
зват.
συνταγματικέ
женский род
им.
συνταγματική
вин.
συνταγματική
род.
συνταγματικής
зват.
συνταγματική
средний род
им.
συνταγματικό
вин.
συνταγματικό
род.
συνταγματικού
зват.
συνταγματικό

Примеры

Η συνταγματική αναθεώρηση είναι πολύ σημαντική.
Конституционная реформа очень важна. · Constitutional reform is very important.
Το δικαστήριο εξέτασε το συνταγματικό ζήτημα.
Суд рассмотрел конституционный вопрос. · The court examined the constitutional issue.
Οι συνταγματικές δικαιώσεις προστατεύονται νόμιμα.
Конституционные права защищены по закону. · Constitutional rights are legally protected.