Греческий словарь
с грамматикой

συνταγματάρχης

[sintagmatˈarçis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
полковник (военное звание)
colonel (military rank) · ανώτατος αξιωματικός — старший офицер

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο συνταγματάρχης
вин.
τον συνταγματάρχη
род.
του συνταγματάρχη
зват.
συνταγματάρχη
Мн. ч.
им.
οι συνταγματάρχες
вин.
τους συνταγματάρχες
род.
των συνταγματάρχων
зват.
συνταγματάρχες

Примеры

Ο συνταγματάρχης διοικούσε το σύνταγμα με αυστηρότητα.
Полковник командовал полком с суровостью. · The colonel commanded the regiment with strictness.
Την αρχαία Αθήνα προστάτευαν συνταγματάρχες και ιππείς.
Древние Афины защищали полковники и всадники. · Ancient Athens was protected by colonels and cavalry.
Προσαγορεύτηκε συνταγματάρχης για τις υπηρεσίες του.
Он был произведён в полковники за свою службу. · He was promoted to colonel for his service.