συνταγή
[sindiɣˈi]существительноеη · женский родA1
Значения
1
рецепт (кулинарный)
recipe · συνταγή για κέικ — рецепт торта
2
рецепт (медицинский), назначение врача
prescription · ιατρική συνταγή — медицинский рецепт
3
способ, метод, средство
formula, recipe (fig.) · συνταγή για επιτυχία — рецепт успеха
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνταγή
вин.
τη συνταγή
род.
της συνταγής
зват.
συνταγή
Мн. ч.
им.
οι συνταγές
вин.
τις συνταγές
род.
των συνταγών
зват.
συνταγές
Примеры
Αυτή η συνταγή είναι πολύ εύκολη.
Этот рецепт очень простой. · This recipe is very easy.
Ο γιατρός μου έγραψε μια συνταγή για τα φάρμακα.
Мой врач выписал мне рецепт на лекарства. · My doctor wrote me a prescription for medicine.
Ακολουθώ τις συνταγές της μαγειρικής βιβλίου.
Я следую рецептам из кулинарной книги. · I follow the recipes from the cookbook.
Δεν υπάρχει συνταγή για την ευτυχία.
Нет рецепта для счастья. · There is no formula for happiness.