Греческий словарь
с грамматикой

συντάσσω

[sinˈtaso]глаголB2

Значения

1
составлять, писать (документ, письмо и т.п.)
to draft, compose, write (a document, letter, etc.) · συντάσσω μια επιστολή — составляю письмо
2
организовывать, приводить в порядок
to organize, arrange, put in order · συντάσσω τα έγγραφα — упорядочиваю документы
3
согласовывать, приводить в соответствие
to coordinate, reconcile, bring into accord · συντάσσω τις απόψεις — согласую мнения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συντάσσω
εσύ
συντάσσεις
αυτός
συντάσσει
εμείς
συντάσσουμε
εσείς
συντάσσετε
αυτοί
συντάσσουν
Аорист
εγώ
συνέταξα
εσύ
συνέταξες
αυτός
συνέταξε
εμείς
συνετάξαμε
εσείς
συνετάξατε
αυτοί
συνέταξαν
Будущее
εγώ
θα συντάξω
εσύ
θα συντάξεις
αυτός
θα συντάξει
εμείς
θα συντάξουμε
εσείς
θα συντάξετε
αυτοί
θα συντάξουν

Примеры

Ο δικηγόρος συντάσσει το συμβόλαιο με προσοχή.
Адвокат тщательно составляет договор. · The lawyer carefully drafts the contract.
Θα συντάξω την αναφορά μέχρι αύριο.
Я напишу отчёт к завтрашнему дню. · I will write the report by tomorrow.
Τα στοιχεία συντάσσονται σύμφωνα με τα πρότυπα.
Данные организуются в соответствии со стандартами. · The data is organized according to standards.
Έχω συντάξει ήδη τρεις επιστολές σήμερα.
Я уже составил три письма сегодня. · I have already drafted three letters today.