συνοφρυωμένος
[sinofrjoˈmenos]прилагательноеB2
Значения
1
нахмуренный, с сведёнными бровями
frowning, with knitted brows · πρόσωπο συνοφρυωμένο — нахмуренное лицо
2
недовольный, озабоченный
displeased, worried · συνοφρυωμένη έκφραση — озабоченное выражение
Грамматика
мужской род
им.
συνοφρυωμένος
вин.
συνοφρυωμένο
род.
συνοφρυωμένου
зват.
συνοφρυωμένε
женский род
им.
συνοφρυωμένη
вин.
συνοφρυωμένη
род.
συνοφρυωμένης
зват.
συνοφρυωμένη
средний род
им.
συνοφρυωμένο
вин.
συνοφρυωμένο
род.
συνοφρυωμένου
зват.
συνοφρυωμένο
Примеры
Κοίταξε με συνοφρυωμένο βλέμμα και δεν είπε τίποτα.
Он посмотрел на меня нахмуренным взглядом и ничего не сказал. · He looked at me with a frown and said nothing.
Η συνοφρυωμένη γυναίκα κάθεται στη γωνία του καφέ.
Озабоченная женщина сидит в углу кафе. · The worried woman sits in the corner of the café.
Με συνοφρυωμένα φρύδια, χαμήλωσε το κεφάλι του.
С нахмуренными бровями он опустил голову. · With knitted brows, he lowered his head.