Греческий словарь
с грамматикой

συνορεύω

[sinoˈrevo]глаголB2

Значения

1
граничить, иметь общую границу
to border on, to share a border with · η Ελλάδα συνορεύει με την Αλβανία — Греция граничит с Албанией
2
граничить с чем-либо (переносно: быть близким к чему-то)
to border on, to verge on (figuratively) · συμπεριφορά που συνορεύει με την αγένεια — поведение, граничащее с невежливостью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνορεύω
εσύ
συνορεύεις
αυτός
συνορεύει
εμείς
συνορεύουμε
εσείς
συνορεύετε
αυτοί
συνορεύουν
Аорист
εγώ
συνόρευσα
εσύ
συνόρευσες
αυτός
συνόρευσε
εμείς
συνορεύσαμε
εσείς
συνορεύσατε
αυτοί
συνόρευσαν
Будущее
εγώ
θα συνορεύσω
εσύ
θα συνορεύσεις
αυτός
θα συνορεύσει
εμείς
θα συνορεύσουμε
εσείς
θα συνορεύσετε
αυτοί
θα συνορεύσουν

Примеры

Η Ελλάδα συνορεύει με τέσσερις χώρες.
Греция граничит с четырьмя странами. · Greece borders four countries.
Το οικόπεδο συνορεύει με το δρόμο.
Участок земли граничит с дорогой. · The plot borders the road.
Οι απόψεις του συνορεύουν με τη φαντασίωση.
Его взгляды граничат с фантазией. · His views border on fantasy.
Αυτή η κριτική συνορεύει με την προσβολή.
Такая критика граничит с оскорблением. · Such criticism borders on insult.