συνομωσία
[sinomosˈia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
заговор, мятеж, восстание
conspiracy, plot, rebellion · μυστική συνομωσία κατά του κράτους — тайный заговор против государства
2
согласие, тайное соглашение
collusion, secret agreement · συνομωσία δύο επιχειρήσεων — негласное соглашение двух компаний
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνομωσία
вин.
τη συνομωσία
род.
της συνομωσίας
зват.
συνομωσία
Мн. ч.
им.
οι συνομωσίες
вин.
τις συνομωσίες
род.
των συνομωσιών
зват.
συνομωσίες
Примеры
Οι αρχές ανακάλυψαν μια συνομωσία κατά του προέδρου.
Власти раскрыли заговор против президента. · The authorities uncovered a conspiracy against the president.
Η συνομωσία αποτελούνταν από στρατιωτικούς και πολιτικούς.
В заговоре участвовали военные и политики. · The plot involved military officers and politicians.
Κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε συνομωσίες εναντίον του κράτους.
Его обвинили в участии в государственных заговорах. · He was accused of taking part in conspiracies against the state.
Υπήρχε συνομωσία μεταξύ των μεγάλων αερoπορικών εταιριών.
Между крупными авиакомпаниями было негласное соглашение. · There was collusion among the major airlines.