συνομοσπονδία
[sinomosponˈdia]существительноеη · женский родC1
Значения
1
конфедерация, союз государств с общей целью
confederation, alliance of states or entities bound by a common purpose · συνομοσπονδία κρατών — конфедерация государств
2
тайный союз, заговорщическое объединение
conspiracy, secret alliance formed for a clandestine purpose · συνομοσπονδία εναντίον του κράτους — заговор против государства
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνομοσπονδία
вин.
την συνομοσπονδία
род.
της συνομοσπονδίας
зват.
συνομοσπονδία
Мн. ч.
им.
οι συνομοσπονδίες
вин.
τις συνομοσπονδίες
род.
των συνομοσπονδιών
зват.
συνομοσπονδίες
Примеры
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τεχνικά μια συνομοσπονδία.
Европейский союз технически не является конфедерацией. · The European Union is not technically a confederation.
Αποκαλύφθηκε μια συνομοσπονδία κατά του κυβερνήτη.
Был раскрыт заговор против губернатора. · A conspiracy against the governor was uncovered.
Οι ιστορικοί μελετούν τις συνομοσπονδίες του αρχαίου κόσμου.
Историки изучают конфедерации древнего мира. · Historians study the confederations of the ancient world.