Греческий словарь
с грамматикой

συνομιλώ

[sinomiˈlo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
разговаривать, беседовать
to converse, to talk · συνομιλώ με φίλους — беседую с друзьями
2
вести переговоры, обсуждать
to negotiate, to discuss · συνομιλώ για σημαντικά θέματα — обсуждаю важные вопросы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνομιλώ
εσύ
συνομιλείς
αυτός
συνομιλεί
εμείς
συνομιλούμε
εσείς
συνομιλείτε
αυτοί
συνομιλούν
Аорист
εγώ
συνομίλησα
εσύ
συνομίλησες
αυτός
συνομίλησε
εμείς
συνομιλήσαμε
εσείς
συνομιλήσατε
αυτοί
συνομίλησαν
Будущее
εγώ
θα συνομιλήσω
εσύ
θα συνομιλήσεις
αυτός
θα συνομιλήσει
εμείς
θα συνομιλήσουμε
εσείς
θα συνομιλήσετε
αυτοί
θα συνομιλήσουν

Примеры

Συνομιλούσαμε για τα σχέδιά μας.
Мы беседовали о наших планах. · We were talking about our plans.
Θα συνομιλήσω με το διευθυντή αύριο.
Завтра я переговорю с директором. · Tomorrow I will discuss it with the director.
Έχουν συνομιλήσει πολλές φορές.
Они беседовали много раз. · They have conversed many times.
Συνομιλήστε με τους συναδέλφους σας.
Поговорите со своими коллегами. · Discuss this with your colleagues.