Греческий словарь
с грамматикой

συνομιλία

[sinomiˈlia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
разговор, беседа
conversation, dialogue · μια συνομιλία στο καφέ — разговор в кафе
2
переговоры, обсуждение
talks, negotiations, discussion · συνομιλίες για την ειρήνη — переговоры о мире

Грамматика

Ед. ч.
им.
η συνομιλία
вин.
τη συνομιλία
род.
της συνομιλίας
зват.
συνομιλία
Мн. ч.
им.
οι συνομιλίες
вин.
τις συνομιλίες
род.
των συνομιλιών
зват.
συνομιλίες

Примеры

Είχαν μια ενδιαφέρουσα συνομιλία για την πολιτική.
Они вели интересный разговор о политике. · They had an interesting conversation about politics.
Η συνομιλία με το δάσκαλο ήταν πολύ χρήσιμη.
Беседа с учителем была очень полезной. · The discussion with the teacher was very helpful.
Οι συνομιλίες μεταξύ των δύο χωρών συνεχίζονται.
Переговоры между двумя странами продолжаются. · The talks between the two countries are continuing.
Άρχισαν τις συνομιλίες για τη νέα συμφωνία.
Они начали переговоры о новом соглашении. · They began negotiations for the new agreement.