συνολικός
[sinɔliˈkɔs]прилагательноеB1
Значения
1
общий, совокупный, суммарный
total, overall, aggregate · το συνολικό ποσό — общая сумма
2
целостный, охватывающий всё в целом
comprehensive, holistic, all-inclusive · συνολική άποψη — целостный взгляд
Грамматика
мужской род
им.
συνολικός
вин.
συνολικό
род.
συνολικού
зват.
συνολικέ
женский род
им.
συνολική
вин.
συνολική
род.
συνολικής
зват.
συνολική
средний род
им.
συνολικό
вин.
συνολικό
род.
συνολικού
зват.
συνολικό
Примеры
Η συνολική τιμή του προϊόντος είναι εκατό ευρώ.
Общая цена товара составляет сто евро. · The total price of the product is one hundred euros.
Σας παρουσιάζουμε μια συνολική ανάλυση του προβλήματος.
Мы представляем вам комплексный анализ проблемы. · We present you with a comprehensive analysis of the problem.
Το συνολικό κόστος του έργου ξεπέρασε τα προβλεπόμενα.
Совокупная стоимость проекта превысила прогнозы. · The overall cost of the project exceeded expectations.
Συνολικά, το αποτέλεσμα ήταν θετικό για όλους.
В целом результат был положительным для всех. · Overall, the result was positive for everyone.