συνοικισμός
[sinikiˈzmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
поселение, жилой комплекс
settlement, residential complex · νέος συνοικισμός στα περίχωρα — новое поселение на окраинах
2
совместное проживание, сожительство
cohabitation, living together · συνοικισμός χωρίς γάμο — сожительство без брака
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συνοικισμός
вин.
το συνοικισμό
род.
του συνοικισμού
зват.
συνοικισμέ
Мн. ч.
им.
οι συνοικισμοί
вин.
τους συνοικισμούς
род.
των συνοικισμών
зват.
συνοικισμοί
Примеры
Ο νέος συνοικισμός κτίστηκε κοντά στο κέντρο.
Новый жилой комплекс был построен близ центра. · The new residential complex was built near the city centre.
Πολλοί νέοι ζευγάρια ζουν σε συνοικισμούς των προαστίων.
Многие молодые пары живут в поселениях пригородов. · Many young couples live in suburban settlements.
Ο συνοικισμός τους διαθέτει σχολείο και πάρκο.
Их жилой комплекс имеет школу и парк. · Their residential complex has a school and a park.