συνοικία
[sinikiˈa]существительноеη · женский родB1
Значения
1
жилой район, квартал города
residential neighbourhood, city district · μια όμορφη συνοικία — красивый район
2
соседская община, поселение
local community, settlement of neighbours · η συνοικία βοήθησε — район помог
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνοικία
вин.
τη συνοικία
род.
της συνοικίας
зват.
συνοικία
Мн. ч.
им.
οι συνοικίες
вин.
τις συνοικίες
род.
των συνοικιών
зват.
συνοικίες
Примеры
Μένω σε μια ήσυχη συνοικία κοντά στο κέντρο.
Я живу в тихом районе неподалеку от центра. · I live in a quiet neighbourhood near the centre.
Η συνοικία αυτή έχει πολλά εστιατόρια και καφέ.
В этом районе много ресторанов и кафе. · This district has many restaurants and cafés.
Οι συνοικίες της Αθήνας είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους.
Районы Афин очень отличаются друг от друга. · The neighbourhoods of Athens are very different from one another.