συνοδεία
[sinɔˈðia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
сопровождение, эскорт
escort, accompaniment · η συνοδεία της πρέσβειρας — сопровождение посла
2
свита, сопровождающие лица
entourage, retinue · με μεγάλη συνοδεία — с большой свитой
3
групповая поездка, экскурсия
guided tour, group trip · συνοδεία στο μουσείο — экскурсия по музею
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνοδεία
вин.
τη συνοδεία
род.
της συνοδείας
зват.
συνοδεία
Мн. ч.
им.
οι συνοδείες
вин.
τις συνοδείες
род.
των συνοδειών
зват.
συνοδείες
Примеры
Ο πρόεδρος έφτασε με μια μεγάλη συνοδεία.
Президент прибыл с большой свитой. · The president arrived with a large entourage.
Η συνοδεία του περιλάμβανε αστυνομικούς και φρουρούς.
Его сопровождение включало полицейских и охранников. · His escort included police officers and security guards.
Έκανα μια συνοδεία στο αρχαιολογικό μουσείο.
Я совершил экскурсию по археологическому музею. · I took a guided tour of the archaeological museum.
Οι συνοδείες του οργανισμού είναι πολύ δημοφιλείς.
Экскурсии этой организации очень популярны. · This organization's tours are very popular.