συννοώ
[sinoˈo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1
Значения
1
понимать, осознавать, постигать
to understand, to comprehend, to grasp · συννοώ τι λέγει — я понимаю, что он говорит
2
иметь в виду, подразумевать
to mean, to intend · τι συννοείς; — что ты имеешь в виду?
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συννοώ
εσύ
συννοείς
αυτός
συννοεί
εμείς
συννοούμε
εσείς
συννοείτε
αυτοί
συννοούν
Аорист
εγώ
συννόησα
εσύ
συννόησες
αυτός
συννόησε
εμείς
συννοήσαμε
εσείς
συννοήσατε
αυτοί
συννόησαν
Будущее
εγώ
θα συννοήσω
εσύ
θα συννοήσεις
αυτός
θα συννοήσει
εμείς
θα συννοήσουμε
εσείς
θα συννοήσετε
αυτοί
θα συννοήσουν
Примеры
Δεν συννοώ τι εννοείς με αυτά τα λόγια.
Я не понимаю, что ты имеешь в виду этими словами. · I don't understand what you mean by those words.
Συννόησε αμέσως το πρόβλημα που του παρουσίασαν.
Он сразу постиг суть проблемы, которую ему представили. · He immediately grasped the problem that was presented to him.
Θα συννοήσεις την αξία του όταν γίνεις μεγαλύτερος.
Ты поймёшь его ценность, когда вырастешь. · You will understand its value when you grow older.