συνθέτω
[siˈnθeto]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
составлять, сочинять (музыку, текст и т.п.)
compose, write (music, text, etc.) · συνθέτει ένα τραγούδι — сочиняет песню
2
составлять, конструировать (из частей, элементов)
put together, construct (from parts, elements) · συνθέτω έναν πίνακα — собираю картину
3
составлять, образовывать (целое из частей)
make up, form (a whole from parts) · τέσσερα στοιχεία συνθέτουν την ύλη — четыре стихии составляют материю
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συνθέτω
εσύ
συνθέτεις
αυτός
συνθέτει
εμείς
συνθέτουμε
εσείς
συνθέτετε
αυτοί
συνθέτουν
Аорист
εγώ
σύνθεσα
εσύ
σύνθεσες
αυτός
σύνθεσε
εμείς
συνθέσαμε
εσείς
συνθέσατε
αυτοί
σύνθεσαν
Будущее
εγώ
θα συνθέσω
εσύ
θα συνθέσεις
αυτός
θα συνθέσει
εμείς
θα συνθέσουμε
εσείς
θα συνθέσετε
αυτοί
θα συνθέσουν
Примеры
Ο μουσικός συνθέτει μια συμφωνία.
Композитор сочиняет симфонию. · The composer is writing a symphony.
Σύνθεσαν το έπιπλο από διάφορα υλικά.
Они собрали мебель из разных материалов. · They assembled the furniture from various materials.
Τα διαφορετικά χρώματα συνθέτουν αυτόν τον πίνακα.
Разные цвета составляют эту картину. · Different colours make up this painting.
Θα συνθέσει ένα νέο τραγούδι για την παράσταση.
Он сочинит новую песню для спектакля. · He will compose a new song for the show.