Греческий словарь
с грамматикой

συνηθισμένος

[sinɪˈθizmenos]прилагательноеA2

Значения

1
привычный, обычный, знакомый
accustomed, usual, familiar · συνηθισμένη ρουτίνα — привычная рутина
2
привыкший (к чему-либо)
used to, accustomed to · συνηθισμένος στο κρύο — привыкший к холоду

Грамматика

мужской род
им.
συνηθισμένος
вин.
συνηθισμένο
род.
συνηθισμένου
зват.
συνηθισμένε
женский род
им.
συνηθισμένη
вин.
συνηθισμένη
род.
συνηθισμένης
зват.
συνηθισμένη
средний род
им.
συνηθισμένο
вин.
συνηθισμένο
род.
συνηθισμένου
зват.
συνηθισμένο

Примеры

Αυτό είναι ένα συνηθισμένο πρόβλημα στις μεγάλες πόλεις.
Это обычная проблема в больших городах. · This is a common problem in big cities.
Είμαι συνηθισμένος να ξυπνάω νωρίς.
Я привык рано вставать. · I'm used to waking up early.
Η συνηθισμένη διαδρομή μου είναι από το σπίτι στη δουλειά.
Мой обычный маршрут — из дома на работу. · My usual route is from home to work.
Δεν είναι συνηθισμένο να βλέπεις χιόνι εδώ.
Здесь необычно видеть снег. · It's unusual to see snow here.