Греческий словарь
с грамматикой

συνεχίζω

[sinexˈizo]глаголA1

Значения

1
продолжать, продолжить
to continue, to go on · συνεχίζω την εργασία — продолжаю работу
2
оставаться, сохранять (какое-то состояние)
to remain, to stay (in a state) · συνεχίζει να δουλεύει — остаётся работать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνεχίζω
εσύ
συνεχίζεις
αυτός
συνεχίζει
εμείς
συνεχίζουμε
εσείς
συνεχίζετε
αυτοί
συνεχίζουν
Аорист
εγώ
συνέχισα
εσύ
συνέχισες
αυτός
συνέχισε
εμείς
συνεχίσαμε
εσείς
συνεχίσατε
αυτοί
συνέχισαν
Будущее
εγώ
θα συνεχίσω
εσύ
θα συνεχίσεις
αυτός
θα συνεχίσει
εμείς
θα συνεχίσουμε
εσείς
θα συνεχίσετε
αυτοί
θα συνεχίσουν

Примеры

Συνεχίζουμε την συζήτηση αύριο.
Мы продолжим обсуждение завтра. · We'll continue the discussion tomorrow.
Ο Γιάννης συνέχισε να διαβάζει.
Яннис продолжил читать. · Yannis continued reading.
Θα συνεχίσεις τη δουλειά σου;
Ты продолжишь свою работу? · Will you go on with your work?
Συνέχισε με την άσκηση.
Продолжай упражнение. · Carry on with the exercise.