Греческий словарь
с грамматикой

συνεργασία

[sinɛrɣaˈsia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
сотрудничество, совместная работа
cooperation, collaboration · η συνεργασία μεταξύ χωρών — сотрудничество между странами
2
партнёрство, деловые отношения
partnership, working relationship · μια συνεργασία με τη νέα εταιρεία — партнёрство с новой компанией

Грамматика

Ед. ч.
им.
η συνεργασία
вин.
τη συνεργασία
род.
της συνεργασίας
зват.
συνεργασία
Мн. ч.
им.
οι συνεργασίες
вин.
τις συνεργασίες
род.
των συνεργασιών
зват.
συνεργασίες

Примеры

Η συνεργασία με τους συναδέλφους είναι πολύ σημαντική.
Сотрудничество с коллегами очень важно. · Cooperation with colleagues is very important.
Ξεκίνησαν μια νέα συνεργασία τον περασμένο χρόνο.
Они начали новое партнёрство в прошлом году. · They started a new partnership last year.
Χωρίς συνεργασίες δεν θα τα καταφέρουμε.
Без сотрудничества мы не справимся. · Without cooperation we won't manage it.