συνεργάτης
[sinərˈɣatis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
сотрудник, коллега
colleague, coworker · ο συνεργάτης μου στο γραφείο — мой коллега в офисе
2
помощник, соратник
assistant, partner, accomplice · συνεργάτης στην εγκληματική δράση — соучастник преступления
3
автор, сотрудник (газеты, журнала и т.п.)
contributor, writer (for a publication) · συνεργάτης της εφημερίδας — автор газеты
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συνεργάτης
вин.
τον συνεργάτη
род.
του συνεργάτη
зват.
συνεργάτη
Мн. ч.
им.
οι συνεργάτες
вин.
τους συνεργάτες
род.
των συνεργατών
зват.
συνεργάτες
Примеры
Ο συνεργάτης μου έχει πολλή εμπειρία.
Мой коллега имеет большой опыт. · My colleague has a lot of experience.
Συνεργάστηκα με έναν εξαιρετικό συνεργάτη.
Я работал с выдающимся сотрудником. · I worked with an outstanding partner.
Οι συνεργάτες της εφημερίδας γράφουν άρθρα καθημερινά.
Авторы газеты пишут статьи ежедневно. · The newspaper's contributors write articles every day.
Χωρίς τους συνεργάτες του δεν θα τα κατάφερνε.
Без своих помощников он бы не справился. · Without his assistants, he wouldn't have managed.