Греческий словарь
с грамматикой

συνεργάζομαι

[sinərˈɣazoməˈ]глаголB1

Значения

1
сотрудничать, работать вместе
to collaborate, to work together · συνεργάζεται με άλλους — он работает с другими
2
кооперироваться, объединять усилия
to cooperate, to join forces · συνεργάζονται για το σκοπό — они объединяют усилия для цели

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνεργάζομαι
εσύ
συνεργάζεσαι
αυτός
συνεργάζεται
εμείς
συνεργαζόμαστε
εσείς
συνεργάζεστε
αυτοί
συνεργάζονται
Аорист
εγώ
συνεργάστηκα
εσύ
συνεργάστηκες
αυτός
συνεργάστηκε
εμείς
συνεργαστήκαμε
εσείς
συνεργαστήκατε
αυτοί
συνεργάστηκαν
Будущее
εγώ
θα συνεργαστώ
εσύ
θα συνεργαστείς
αυτός
θα συνεργαστεί
εμείς
θα συνεργαστούμε
εσείς
θα συνεργαστείτε
αυτοί
θα συνεργαστούν

Примеры

Συνεργάζονται με τους Γάλλους για το έργο.
Они сотрудничают с французами над проектом. · They are collaborating with the French on the project.
Θα συνεργαστώ με σένα στην έρευνα.
Я буду работать с тобой над исследованием. · I will work together with you on the research.
Συνεργάστηκαν και πέτυχαν μεγάλα αποτελέσματα.
Они объединили усилия и достигли отличных результатов. · They cooperated and achieved excellent results.
Συνεργάζεσαι καλά με τα άλλα μέλη της ομάδας;
Ты хорошо работаешь с другими членами команды? · Do you work well with the other team members?