Греческий словарь
с грамматикой

συνεπάγομαι

[sinepˈaɣome]глаголC1

Значения

1
влечь за собой, иметь своим следствием
to entail, to have as a consequence · αυτό συνεπάγεται προβλήματα — это влечёт за собой проблемы
2
логически следовать (в философии, логике)
to imply (in logic or philosophy) · η αντίφαση συνεπάγεται ψευδότητα — противоречие логически влечёт ложность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνεπάγομαι
εσύ
συνεπάγεσαι
αυτός
συνεπάγεται
εμείς
συνεπαγόμαστε
εσείς
συνεπάγεστε
αυτοί
συνεπάγονται
Аорист
εγώ
συνεπήγαγον
εσύ
συνεπήγαγες
αυτός
συνεπήγαγε
εμείς
συνεπήγαγαν
εσείς
συνεπήγαγαν
αυτοί
συνεπήγαγαν
Будущее
εγώ
θα συνεπάγομαι
εσύ
θα συνεπάγεσαι
αυτός
θα συνεπάγεται
εμείς
θα συνεπαγόμαστε
εσείς
θα συνεπάγεστε
αυτοί
θα συνεπάγονται

Примеры

Αυτή η απόφαση συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες.
Это решение влечёт за собой серьёзные последствия. · This decision entails serious consequences.
Η αύξηση των τιμών συνεπάγεται μείωση της ζήτησης.
Повышение цен влечёт за собой снижение спроса. · The rise in prices entails a drop in demand.
Στη λογική, αυτό συνεπάγεται αντίφαση.
В логике это логически влечёт противоречие. · In logic, this implies a contradiction.