Греческий словарь
с грамматикой

συνεννοούμαι

[sineno'ume]глаголB1

Значения

1
договариваться, приходить к соглашению
to agree, to come to an understanding · συνεννοούμαι με τον φίλο μου — договариваюсь с моим другом
2
молчаливо согласиться, понимать друг друга с полусловаΜ
to understand each other implicitly, to be on the same wavelength · δεν χρειάζεται να μιλήσουμε, συνεννοούμαστε — нам не нужно говорить, мы друг друга понимаем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνεννοούμαι
εσύ
συνεννοείσαι
αυτός
συνεννοείται
εμείς
συνεννοούμαστε
εσείς
συνεννοείστε
αυτοί
συνεννοούνται
Аорист
εγώ
συννοήθηκα
εσύ
συννοήθηκες
αυτός
συννοήθηκε
εμείς
συννοηθήκαμε
εσείς
συννοηθήκατε
αυτοί
συννοήθηκαν
Будущее
εγώ
θα συνεννοηθώ
εσύ
θα συνεννοηθείς
αυτός
θα συνεννοηθεί
εμείς
θα συνεννοηθούμε
εσείς
θα συνεννοηθείτε
αυτοί
θα συνεννοηθούν

Примеры

Συνεννοήθηκαν για τη συνάντηση αύριο.
Они договорились о встрече завтра. · They agreed on a meeting tomorrow.
Δεν χρειάζεται να το συζητήσουμε· συνεννοούμαστε.
Нам не нужно это обсуждать — мы понимаем друг друга. · We don't need to discuss it—we're on the same page.
Θα συνεννοηθώ με την ομάδα για τους όρους.
Я договорюсь с командой об условиях. · I'll reach an agreement with the team on the terms.
Συνεννοούμαι καλά με τους συναδέλφούς μου.
Я хорошо понимаюсь с моими коллегами. · I get along well with my colleagues.