Греческий словарь
с грамматикой

συνεισφέρω

[sinisˈfɛro]глаголB2

Значения

1
вносить вклад, способствовать (вместе с другими)
contribute (jointly), help bring about · συνεισφέρω στην επιτυχία — вношу вклад в успех

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνεισφέρω
εσύ
συνεισφέρεις
αυτός
συνεισφέρει
εμείς
συνεισφέρουμε
εσείς
συνεισφέρετε
αυτοί
συνεισφέρουν
Аорист
εγώ
συνείσφερα
εσύ
συνείσφερες
αυτός
συνείσφερε
εμείς
συνεισφέραμε
εσείς
συνεισφέρατε
αυτοί
συνείσφεραν
Будущее
εγώ
θα συνεισφέρω
εσύ
θα συνεισφέρεις
αυτός
θα συνεισφέρει
εμείς
θα συνεισφέρουμε
εσείς
θα συνεισφέρετε
αυτοί
θα συνεισφέρουν

Примеры

Όλοι συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της κοινότητας.
Все способствуют развитию сообщества. · Everyone contributes to the development of the community.
Οι επιστήμονες συνείσφεραν σημαντικά στην έρευνα.
Учёные внесли значительный вклад в исследование. · The scientists made a significant contribution to the research.
Θα συνεισφέρουν οικονομικά στο έργο αυτό.
Они будут финансово участвовать в этом проекте. · They will contribute financially to this project.