Греческий словарь
с грамматикой

συνειδητοποιώ

[sinid�ʰitopˈjo]глаголB2

Значения

1
осознавать, понимать; становиться сознательным
to realize, to become aware of, to make conscious · συνειδητοποιώ το πρόβλημα — осознаю проблему
2
придавать сознательность, развивать сознание
to raise awareness, to make someone conscious of · συνειδητοποιώ τους ανθρώπους — пробуждаю сознание людей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνειδητοποιώ
εσύ
συνειδητοποιείς
αυτός
συνειδητοποιεί
εμείς
συνειδητοποιούμε
εσείς
συνειδητοποιείτε
αυτοί
συνειδητοποιούν
Аорист
εγώ
συνειδητοποίησα
εσύ
συνειδητοποίησες
αυτός
συνειδητοποίησε
εμείς
συνειδητοποιήσαμε
εσείς
συνειδητοποιήσατε
αυτοί
συνειδητοποίησαν
Будущее
εγώ
θα συνειδητοποιώ
εσύ
θα συνειδητοποιείς
αυτός
θα συνειδητοποιεί
εμείς
θα συνειδητοποιούμε
εσείς
θα συνειδητοποιείτε
αυτοί
θα συνειδητοποιούν

Примеры

Συνειδητοποίησα ότι έκανα λάθος.
Я понял, что ошибся. · I realized that I made a mistake.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία του προβλήματος.
Нам нужно осознать важность проблемы. · We need to realize the importance of the problem.
Συνειδητοποιώ καθημερινά τις αξίες μου.
Я ежедневно осознаю свои ценности. · I become conscious of my values every day.
Το πρόγραμμα συνειδητοποιεί τους πολίτες για το περιβάλλον.
Программа пробуждает сознание граждан по поводу окружающей среды. · The program raises citizens' awareness about the environment.