συνεδριάζω
[sineˈðrjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
заседать, проводить заседание
hold a meeting, sit in session · η επιτροπή συνεδριάζει — комиссия заседает
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συνεδριάζω
εσύ
συνεδριάζεις
αυτός
συνεδριάζει
εμείς
συνεδριάζουμε
εσείς
συνεδριάζετε
αυτοί
συνεδριάζουν
Аорист
εγώ
συνεδρίασα
εσύ
συνεδρίασες
αυτός
συνεδρίασε
εμείς
συνεδριάσαμε
εσείς
συνεδριάσατε
αυτοί
συνεδρίασαν
Будущее
εγώ
θα συνεδριάσω
εσύ
θα συνεδριάσεις
αυτός
θα συνεδριάσει
εμείς
θα συνεδριάσουμε
εσείς
θα συνεδριάσετε
αυτοί
θα συνεδριάσουν
Примеры
Το δικαστήριο συνεδριάζει κάθε Δευτέρα και Τετάρτη.
Суд заседает каждый понедельник и среду. · The court meets every Monday and Wednesday.
Χθες η κυβερνητική επιτροπή συνεδρίασε για τρεις ώρες.
Вчера правительственная комиссия заседала три часа. · Yesterday the government commission sat for three hours.
Θα συνεδριάσουν αύριο για να συζητήσουν το θέμα.
Завтра они проведут заседание, чтобы обсудить этот вопрос. · They will convene tomorrow to discuss the matter.