συνεδρίαση
[sinedˈriasi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
заседание, сессия (официальное собрание)
meeting, session (official gathering) · συνεδρίαση του συμβουλίου — заседание совета
2
судебное заседание, слушание
court session, hearing · συνεδρίαση στο δικαστήριο — заседание в суде
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνεδρίαση
вин.
τη συνεδρίαση
род.
της συνεδρίασης
зват.
συνεδρίαση
Мн. ч.
им.
οι συνεδριάσεις
вин.
τις συνεδριάσεις
род.
των συνεδριάσεων
зват.
συνεδριάσεις
Примеры
Η συνεδρίαση του κοινοβουλίου αρχίζει στις δέκα.
Заседание парламента начинается в десять. · The parliamentary session begins at ten.
Παρακολούθησα τη συνεδρίαση χθες το απόγευμα.
Я присутствовал на заседании вчера днём. · I attended the meeting yesterday afternoon.
Οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου είναι δημόσιες.
Судебные заседания являются открытыми. · Court sessions are public.