συνδυασμένος
[sindiˈazmenos]прилагательноеB1
Значения
1
объединённый, комбинированный
combined, integrated · συνδυασμένη προσπάθεια — совместное усилие
2
координированный, согласованный
coordinated, synchronized · συνδυασμένη επίθεση — скоординированная атака
Грамматика
мужской род
им.
συνδυασμένος
вин.
συνδυασμένο
род.
συνδυασμένου
зват.
συνδυασμένε
женский род
им.
συνδυασμένη
вин.
συνδυασμένη
род.
συνδυασμένης
зват.
συνδυασμένη
средний род
им.
συνδυασμένο
вин.
συνδυασμένο
род.
συνδυασμένου
зват.
συνδυασμένο
Примеры
Η συνδυασμένη προσπάθεια όλων ήταν επιτυχής.
Совместное усилие всех было успешным. · The combined effort of everyone was successful.
Χρησιμοποιούν συνδυασμένες στρατηγικές για την επίλυση του προβλήματος.
Они используют интегрированные стратегии для решения проблемы. · They use integrated strategies to solve the problem.
Το συνδυασμένο σχέδιο προωθήθηκε από τις δύο χώρες.
Согласованный план был продвинут двумя странами. · The coordinated plan was promoted by the two countries.