Греческий словарь
с грамматикой

συνδυάζω

[sinðiˈazo]глаголB1

Значения

1
сочетать, комбинировать
to combine, to mix together · συνδυάζω χρώματα — сочетаю цвета
2
совмещать, соединять (разные виды деятельности)
to reconcile, to juggle (different activities) · συνδυάζει δουλειά και σπουδές — она совмещает работу и учёбу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνδυάζω
εσύ
συνδυάζεις
αυτός
συνδυάζει
εμείς
συνδυάζουμε
εσείς
συνδυάζετε
αυτοί
συνδυάζουν
Аорист
εγώ
συνδύασα
εσύ
συνδύασες
αυτός
συνδύασε
εμείς
συνδυάσαμε
εσείς
συνδυάσατε
αυτοί
συνδύασαν
Будущее
εγώ
θα συνδυάσω
εσύ
θα συνδυάσεις
αυτός
θα συνδυάσει
εμείς
θα συνδυάσουμε
εσείς
θα συνδυάσετε
αυτοί
θα συνδυάσουν

Примеры

Συνδυάζει καλά το μπλε με το κίτρινο.
Синий хорошо сочетается с жёлтым. · Blue combines well with yellow.
Πώς συνδυάζεις τη δουλειά με τη γυμναστική;
Как ты совмещаешь работу со спортом? · How do you manage work and exercise?
Συνδύασε διάφορα υλικά για το κολάζ.
Она скомбинировала разные материалы для коллажа. · She combined various materials for the collage.
Έχουν συνδυάσει τις δύο εταιρείες σε μία.
Они объединили две компании в одну. · They merged the two companies into one.