συνασπισμός
[sinaspiˈzmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
коалиция, политический союз
coalition, political alliance · συνασπισμός δύο κομμάτων — союз двух партий
2
сплочённость, единство (архаич.)
unity, cohesion (archaic) · ο συνασπισμός του λαού — единство народа
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συνασπισμός
вин.
τον συνασπισμό
род.
του συνασπισμού
зват.
συνασπισμέ
Мн. ч.
им.
οι συνασπισμοί
вин.
τους συνασπισμούς
род.
των συνασπισμών
зват.
συνασπισμοί
Примеры
Ο συνασπισμός των δύο κομμάτων έδωσε την πλειοψηφία.
Коалиция двух партий получила большинство. · The coalition of the two parties won the majority.
Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό συνασπισμού κρατούν εβδομάδες.
Переговоры о формировании коалиции длятся неделями. · Coalition-forming negotiations have dragged on for weeks.
Ο συνασπισμός αποτελείται από πέντε μικρότερα κόμματα.
Коалиция состоит из пяти меньших партий. · The coalition is made up of five smaller parties.