Греческий словарь
с грамматикой

συναρπαστικός

[sinarpastˈikos]прилагательноеB1

Значения

1
захватывающий, увлекательный
captivating, engaging, gripping · ένα συναρπαστικό βιβλίο — захватывающая книга
2
интригующий, волнующий
intriguing, thrilling, compelling · συναρπαστική ιστορία — интригующая история

Грамматика

мужской род
им.
συναρπαστικός
вин.
συναρπαστικό
род.
συναρπαστικού
зват.
συναρπαστικέ
женский род
им.
συναρπαστική
вин.
συναρπαστική
род.
συναρπαστικής
зват.
συναρπαστική
средний род
им.
συναρπαστικό
вин.
συναρπαστικό
род.
συναρπαστικού
зват.
συναρπαστικό

Примеры

Αυτό το ντοκιμαντέρ είναι πολύ συναρπαστικό.
Этот документальный фильм очень захватывающий. · This documentary is very engaging.
Η συναρπαστική υπόθεση του κινηματογραφικού έργου μας έκανε να παραμείνουμε.
Увлекательный сюжет фильма заставил нас остаться. · The compelling plot of the film kept us there.
Ήταν μια συναρπαστική εμπειρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Это был волнующий опыт, который я никогда не забуду. · It was a thrilling experience I'll never forget.
Οι συναρπαστικές περιπέτειες του ήρωα είχαν μας κρατήσει σε αγωνία.
Увлекательные приключения героя держали нас в напряжении. · The captivating adventures of the hero kept us in suspense.