Греческий словарь
с грамматикой

συναντώμαι

[sinandˈɔme]глаголA1

Значения

1
встречаться (с кем-л.)
to meet (someone) · συναντώμαι τον φίλο μου — встречаюсь со своим другом
2
столкнуться (с трудностями и т. п.)
to encounter, to come across (difficulties, etc.) · συναντώ προβλήματα — сталкиваюсь с проблемами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συναντώμαι
εσύ
συναντάσαι
αυτός
συναντάται
εμείς
συναντώμαστε
εσείς
συναντάστε
αυτοί
συναντώνται
Аорист
εγώ
συνάντησα
εσύ
συνάντησες
αυτός
συνάντησε
εμείς
συναντήσαμε
εσείς
συναντήσατε
αυτοί
συνάντησαν
Будущее
εγώ
θα συναντήσω
εσύ
θα συναντήσεις
αυτός
θα συναντήσει
εμείς
θα συναντήσουμε
εσείς
θα συναντήσετε
αυτοί
θα συναντήσουν

Примеры

Συναντήθηκα με τη Μαρία στο πάρκο.
Я встретилась с Марией в парке. · I met Maria in the park.
Θα συναντήσεις πολλά προβλήματα εδώ.
Здесь ты столкнёшься со многими проблемами. · You will encounter many problems here.
Συναντώμαστε κάθε Παρασκευή.
Мы встречаемся каждую пятницу. · We meet every Friday.
Συναντάμε δυσκολίες στη δουλειά.
Мы сталкиваемся с трудностями на работе. · We face difficulties at work.