Греческий словарь
с грамматикой

συναντώ

[sinandˈo]глаголA1

Значения

1
встречать(ся), встретить(ся)
meet, encounter · συναντώ τον φίλο μου — встречаю моего друга
2
натолкнуться (на трудность, проблему)
encounter, come up against (a difficulty, problem) · συναντώ προβλήματα — встречаю, сталкиваюсь с проблемами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συναντώ
εσύ
συναντάς
αυτός
συναντά
εμείς
συναντάμε
εσείς
συναντάτε
αυτοί
συναντάνε
Аорист
εγώ
συνάντησα
εσύ
συνάντησες
αυτός
συνάντησε
εμείς
συναντήσαμε
εσείς
συναντήσατε
αυτοί
συνάντησαν
Будущее
εγώ
θα συναντήσω
εσύ
θα συναντήσεις
αυτός
θα συναντήσει
εμείς
θα συναντήσουμε
εσείς
θα συναντήσετε
αυτοί
θα συναντήσουν

Примеры

Συναντώ τη φίλη μου στο καφέ.
Я встречаюсь с подругой в кафе. · I meet my friend at the café.
Χθες συνάντησα έναν παλιό συμμαθητή.
Вчера я встретил старого одноклассника. · Yesterday I ran into an old classmate.
Θα συναντήσουμε σοβαρές δυσκολίες.
Мы встретим серьёзные трудности. · We will face serious difficulties.
Συναντιόμαστε κάθε Δευτέρα.
Мы встречаемся каждый понедельник. · We meet every Monday.