Греческий словарь
с грамматикой

συναντιέμαι

[sinandˈjeme]глаголA2

Значения

1
встречаться (с кем-л.)
to meet (someone) · συναντιέμαι με τον φίλο μου — встречаюсь с моим другом
2
сталкиваться, встречать (проблемы, трудности)
to encounter, to come across (problems, difficulties) · συναντιέμαι με δυσκολίες — встречаю трудности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συναντιέμαι
εσύ
συναντιέσαι
αυτός
συναντιέται
εμείς
συναντιόμαστε
εσείς
συναντιέστε
αυτοί
συναντιώνται
Аорист
εγώ
συναντήθηκα
εσύ
συναντήθηκες
αυτός
συναντήθηκε
εμείς
συναντηθήκαμε
εσείς
συναντηθήκατε
αυτοί
συναντήθηκαν
Будущее
εγώ
θα συναντηθώ
εσύ
θα συναντηθείς
αυτός
θα συναντηθεί
εμείς
θα συναντηθούμε
εσείς
θα συναντηθείτε
αυτοί
θα συναντηθούν

Примеры

Συναντιέμαι με τη Μαρία κάθε Παρασκευή.
Я встречаюсь с Марией каждую пятницу. · I meet Maria every Friday.
Συναντήθηκαν στο πάρκο και μίλησαν για ώρες.
Они встретились в парке и разговаривали часами. · They met in the park and talked for hours.
Θα συναντηθούμε αύριο στο καφέ;
Мы встретимся завтра в кафе? · Will we meet tomorrow at the café?
Συναντιέμαι συχνά με προβλήματα στη δουλειά.
Я часто сталкиваюсь с проблемами на работе. · I often encounter problems at work.