Греческий словарь
с грамматикой

συνακολουθώ

[sinakoluˈθo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1

Значения

1
сопровождать, идти вместе с кем-либо
to follow together with, to accompany · συνακολουθώ τον φίλο μου — я провожу своего друга
2
быть следствием, вытекать из чего-либо
to ensue, to result from, to follow as a consequence · αυτό συνακολουθεί από τα γεγονότα — это вытекает из фактов

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνακολουθώ
εσύ
συνακολουθείς
αυτός
συνακολουθεί
εμείς
συνακολουθούμε
εσείς
συνακολουθείτε
αυτοί
συνακολουθούν
Аорист
εγώ
συνακολούθησα
εσύ
συνακολούθησες
αυτός
συνακολούθησε
εμείς
συνακολουθήσαμε
εσείς
συνακολουθήσατε
αυτοί
συνακολούθησαν
Будущее
εγώ
θα συνακολουθήσω
εσύ
θα συνακολουθήσεις
αυτός
θα συνακολουθήσει
εμείς
θα συνακολουθήσουμε
εσείς
θα συνακολουθήσετε
αυτοί
θα συνακολουθήσουν

Примеры

Ο δάσκαλος συνακολουθούσε τους μαθητές στη βόλτα.
Учитель сопровождал учеников на прогулке. · The teacher accompanied the students on their walk.
Από τις αποφάσεις αυτές συνακολουθούν σοβαρές συνέπειες.
Из этих решений вытекают серьёзные последствия. · Serious consequences ensue from these decisions.
Θα συνακολουθήσουν τον αρχηγό σε όλα τα βήματά του.
Они будут сопровождать лидера во всех его шагах. · They will follow the leader in all his steps.