Греческий словарь
с грамматикой

συναισθηματικός

[sinesthimatiˈkos]прилагательноеB1

Значения

1
эмоциональный, чувственный
emotional, sentimental · συναισθηματικός άνθρωπος — эмоциональный человек
2
душевный, проникнутый чувством
heartfelt, deeply felt · συναισθηματικό μήνυμα — душевное сообщение

Грамматика

мужской род
им.
συναισθηματικός
вин.
συναισθηματικό
род.
συναισθηματικού
зват.
συναισθηματικέ
женский род
им.
συναισθηματική
вин.
συναισθηματική
род.
συναισθηματικής
зват.
συναισθηματική
средний род
им.
συναισθηματικό
вин.
συναισθηματικό
род.
συναισθηματικού
зват.
συναισθηματικό

Примеры

Η ταινία είχε μια πολύ συναισθηματική σκηνή.
Фильм содержал очень трогательную сцену. · The film had a very emotional scene.
Είναι άνθρωπος πολύ συναισθηματικός και ευαίσθητος.
Это очень чувствительный и ранимый человек. · He is a very emotional and sensitive person.
Το τραγούδι είχε συναισθηματική αξία για εκείνη.
Песня имела для неё большое душевное значение. · The song had emotional significance for her.
Έδωσε μια συναισθηματική ομιλία στην τελετή.
Он произнёс проникнутую чувством речь на церемонии. · He gave a heartfelt speech at the ceremony.