συναγωγή
[sinaɣoˈɣi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
синагога
synagogue · εβραϊκό κτίριο λατρείας — еврейский храм
2
собрание, сборище
gathering, assembly · συνάθροιση ανθρώπων — скопление людей
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συναγωγή
вин.
την συναγωγή
род.
της συναγωγής
зват.
συναγωγή
Мн. ч.
им.
οι συναγωγές
вин.
τις συναγωγές
род.
των συναγωγών
зват.
συναγωγές
Примеры
Η αρχαία συναγωγή βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
Древняя синагога находится в центре города. · The ancient synagogue is located in the city centre.
Τις Σαββάτου όλοι συγκεντρώνονται στη συναγωγή.
По субботам все собираются в синагоге. · On Saturdays everyone gathers at the synagogue.
Επισκέφθησαν τις συναγωγές του παλιού λιμανιού.
Они посетили синагоги старого порта. · They visited the synagogues in the old harbour.