συναίσθημα
[sinˈeðθima]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
чувство, ощущение
feeling, sensation · ένα δυνατό συναίσθημα — сильное чувство
2
эмоция
emotion · συναισθήματα χαράς και θλίψης — эмоции радости и печали
3
сочувствие, сострадание
empathy, compassion · έδειξε συναίσθημα για τους άλλους — проявил сочувствие к другим
Грамматика
Ед. ч.
им.
το συναίσθημα
вин.
το συναίσθημα
род.
του συναισθήματος
зват.
συναίσθημα
Мн. ч.
им.
τα συναισθήματα
вин.
τα συναισθήματα
род.
των συναισθημάτων
зват.
συναισθήματα
Примеры
Το συναίσθημα της φοβέρας ήταν αδύνατο να κρυφτεί.
Чувство страха было невозможно скрыть. · The feeling of fear was impossible to hide.
Τα συναισθήματά του για αυτήν ήταν ειλικρινή.
Его чувства к ней были искренними. · His feelings for her were genuine.
Δε μπόρεσε να κρατήσει το συναίσθημα της λύπης.
Она не смогла подавить чувство грусти. · She couldn't suppress the feeling of sadness.
Μας συγκίνησε το συναίσθημα στη φωνή του.
Нас тронуло чувство в его голосе. · We were moved by the emotion in his voice.