συναίνεση
[sinˈɛnesi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
согласие, согласованность (взаимное согласие сторон)
consent, agreement (mutual accord of parties) · συναίνεση και των δύο πλευρών — согласие обеих сторон
2
одобрение, разрешение (предоставление позволения)
approval, assent (granting of permission) · δίνω τη συναίνεσή μου — даю своё одобрение
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συναίνεση
вин.
τη συναίνεση
род.
της συναίνεσης
зват.
συναίνεση
Мн. ч.
им.
οι συναινέσεις
вин.
τις συναινέσεις
род.
των συναινέσεων
зват.
συναινέσεις
Примеры
Χρειάζεται η συναίνεση και των δύο μερών.
Требуется согласие обеих сторон. · The consent of both parties is required.
Έδωσε τη συναίνεσή του για το σχέδιο.
Он дал своё одобрение проекту. · He gave his approval to the project.
Χωρίς συναίνεση δεν μπορούμε να προχωρήσουμε.
Без согласия мы не можем продолжить. · Without consent we cannot proceed.