συνήγορος
[siˈniɣoros]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
адвокат, защитник в суде
lawyer, barrister, defence counsel · ο συνήγορος του κατηγορουμένου — адвокат подсудимого
2
защитник, сторонник (идеи, принципа)
advocate, supporter (of an idea, principle) · συνήγορος της δημοκρατίας — защитник демократии
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συνήγορος
вин.
τον συνήγορο
род.
του συνηγόρου
зват.
συνήγορε
Мн. ч.
им.
οι συνήγοροι
вин.
τους συνήγορους
род.
των συνηγόρων
зват.
συνήγοροι
Примеры
Ο συνήγορός του υποστήριξε ότι είναι αθώος.
Его адвокат утверждал, что он невиновен. · His lawyer argued that he was innocent.
Χρειάζεται να βρεις έναν καλό συνήγορο.
Тебе нужно найти хорошего адвоката. · You need to find a good lawyer.
Ήταν πάντα συνήγορος της παιδείας.
Он всегда был сторонником образования. · He was always an advocate for education.
Οι συνήγοροι αποφάσισαν να υποβάλουν έφεση.
Адвокаты решили подать апелляцию. · The lawyers decided to file an appeal.