Греческий словарь
с грамматикой

συνέχω

[siˈnexo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
продолжать, продолжить
to continue, to go on · συνέχω το έργο — продолжаю работу
2
держать, удерживать
to hold, to keep · συνέχω κάποιον — держу кого-то

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνέχω
εσύ
συνέχεις
αυτός
συνέχει
εμείς
συνέχουμε
εσείς
συνέχετε
αυτοί
συνέχουν
Аорист
εγώ
συνέχεσα
εσύ
συνέχεσες
αυτός
συνέχεσε
εμείς
συνέχεσαμε
εσείς
συνέχεσατε
αυτοί
συνέχεσαν
Будущее
εγώ
θα συνέχω
εσύ
θα συνέχεις
αυτός
θα συνέχει
εμείς
θα συνέχουμε
εσείς
θα συνέχετε
αυτοί
θα συνέχουν

Примеры

Συνέχησε να μιλάει χωρίς να σταματήσει.
Он продолжал говорить без остановки. · He continued speaking without stopping.
Το παιδί συνέχει την παραδοσιακή μουσική.
Ребёнок продолжает заниматься традиционной музыкой. · The child continues with traditional music.
Συνέχουμε το έργο αύριο πρωί.
Мы продолжим работу завтра утром. · We'll continue the work tomorrow morning.
Σύνεχε το αυτοκίνητο κοντά στο πεζοδρόμιο.
Держи машину близко к тротуару. · Keep the car close to the pavement.