συνέταιρος
[sinˈɛtɛros]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
партнёр, компаньон (в деле, бизнесе)
partner, associate (in business, enterprise) · ο συνέταιρος στο εμπόριο — деловой партнёр
2
товарищ, сообщник (в действии, плане)
accomplice, fellow (in action, scheme) · συνέταιρος στο έγκλημα — сообщник в преступлении
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συνέταιρος
вин.
τον συνέταιρο
род.
του συνέταιρου
зват.
συνέταιρε
Мн. ч.
им.
οι συνέταιροι
вин.
τους συνέταιρους
род.
των συνέταιρων
зват.
συνέταιροι
Примеры
Ο Γιάννης είναι ο συνέταιρός μου στην εταιρεία.
Янис — мой деловой партнёр в компании. · Yannis is my business partner in the company.
Βρήκαν τον συνέταιρο του εγκληματία μετά από εβδομάδες.
Сообщника преступника нашли спустя несколько недель. · They found the criminal's accomplice after several weeks.
Οι συνέταιροι αποφάσισαν να επεκτείνουν την επιχείρησή τους.
Партнёры решили расширить свой бизнес. · The partners decided to expand their business.