συνέντευξη
[sinˈendevksi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
интервью, беседа
interview · συνέντευξη με δημοσιογράφο — интервью с журналистом
2
встреча, собеседование (при приёме на работу)
job interview, meeting · συνέντευξη για θέση εργασίας — собеседование на должность
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνέντευξη
вин.
την συνέντευξη
род.
της συνέντευξης
зват.
συνέντευξη
Мн. ч.
им.
οι συνεντεύξεις
вин.
τις συνεντεύξεις
род.
των συνεντεύξεων
зват.
συνεντεύξεις
Примеры
Έδωσε μια συνέντευξη στο ραδιόφωνο χθες.
Вчера он дал интервью на радио. · He gave an interview on the radio yesterday.
Πήγα για συνέντευξη στην εταιρεία.
Я пошёл на собеседование в компанию. · I went for an interview at the company.
Οι συνεντεύξεις με τους υποψηφίους ήταν πολύ ενδιαφέρουσες.
Интервью с кандидатами были очень интересными. · The interviews with the candidates were very interesting.
Διάβασα την συνέντευξη του σταρ στο περιοδικό.
Я прочитал интервью звезды в журнале. · I read the star's interview in the magazine.