Греческий словарь
с грамматикой

συνέδριο

[sinˈɛðrio]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
конференция, съезд, конгресс
conference, congress, convention · διεθνές συνέδριο — международная конференция
2
заседание, сидение вместе
sitting together, session · συνέδριο της επιτροπής — заседание комиссии

Грамматика

Ед. ч.
им.
το συνέδριο
вин.
το συνέδριο
род.
του συνεδρίου
зват.
συνέδριο
Мн. ч.
им.
τα συνέδρια
вин.
τα συνέδρια
род.
των συνεδρίων
зват.
συνέδρια

Примеры

Το συνέδριο θα γίνει στην Αθήνα τον Μάιο.
Конференция пройдёт в Афинах в мае. · The conference will take place in Athens in May.
Περισσότεροι από χίλιοι επιστήμονες συμμετέχουν στο συνέδριο.
В конференции участвуют более тысячи учёных. · More than a thousand scientists are participating in the conference.
Των συνεδρίων αυτών προκύπτουν σημαντικές αποφάσεις.
Из этих съездов вытекают важные решения. · Important decisions emerge from these congresses.
Η ημερίδα και τα συνέδρια είναι διαφορετικές εκδηλώσεις.
Семинар и конференции — это разные мероприятия. · Workshops and conferences are different types of events.