Греческий словарь
с грамматикой

συνάρτηση

[siˈnartisi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
функция (в математике)
function (in mathematics) · μαθηματική συνάρτηση — математическая функция
2
зависимость, связь
dependence, relationship · συνάρτηση του χρόνου — в зависимости от времени

Грамматика

Ед. ч.
им.
η συνάρτηση
вин.
τη συνάρτηση
род.
της συνάρτησης
зват.
συνάρτηση
Мн. ч.
им.
οι συναρτήσεις
вин.
τις συναρτήσεις
род.
των συναρτήσεων
зват.
συναρτήσεις

Примеры

Η συνάρτηση f(x) = 2x είναι γραμμική.
Функция f(x) = 2x является линейной. · The function f(x) = 2x is linear.
Μελετάμε τις συναρτήσεις στο μάθημα των μαθηματικών.
Мы изучаем функции на уроке математики. · We study functions in our mathematics lesson.
Η ζήτηση είναι συνάρτηση της τιμής.
Спрос зависит от цены. · Demand is a function of price.