Греческий словарь
с грамматикой

συμφωνώ

[simfoˈno]глаголA2

Значения

1
соглашаться, согласиться
to agree, to consent · Συμφωνώ με σένα. — Я согласен с тобой.
2
договариваться, условиться
to arrange, to come to an agreement · Συμφωνήσαμε για την ώρα. — Мы условились о времени.
3
соответствовать, совпадать
to match, to correspond · Οι λογαριασμοί δεν συμφωνούν. — Счета не совпадают.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμφωνώ
εσύ
συμφωνείς
αυτός
συμφωνεί
εμείς
συμφωνούμε
εσείς
συμφωνείτε
αυτοί
συμφωνούν
Аорист
εγώ
συμφώνησα
εσύ
συμφώνησες
αυτός
συμφώνησε
εμείς
συμφωνήσαμε
εσείς
συμφωνήσατε
αυτοί
συμφώνησαν
Будущее
εγώ
θα συμφωνήσω
εσύ
θα συμφωνήσεις
αυτός
θα συμφωνήσει
εμείς
θα συμφωνήσουμε
εσείς
θα συμφωνήσετε
αυτοί
θα συμφωνήσουν

Примеры

Όλοι συμφωνούν ότι αυτό είναι σωστό.
Все согласны, что это правильно. · Everyone agrees that this is correct.
Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε αύριο.
Мы договорились встретиться завтра. · We agreed to meet tomorrow.
Δεν συμφωνώ με την απόφασή σας.
Я не согласен с вашим решением. · I don't agree with your decision.
Τα δύο κείμενα δεν συμφωνούν μεταξύ τους.
Два текста не совпадают между собой. · The two texts don't match each other.