συμφωνιστής
[simfoniˈstis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
скрипач, музыкант, играющий в оркестре
violinist, orchestral musician · συμφωνιστής του ορχήστρας — скрипач оркестра
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συμφωνιστής
вин.
τον συμφωνιστή
род.
του συμφωνιστή
зват.
συμφωνιστή
Мн. ч.
им.
οι συμφωνιστές
вин.
τους συμφωνιστές
род.
των συμφωνιστών
зват.
συμφωνιστές
Примеры
Ο συμφωνιστής έπαιξε εξαιρετικά στη συναυλία.
Скрипач отлично сыграл на концерте. · The violinist played exceptionally at the concert.
Οι συμφωνιστές του ορχήστρας προετοιμάζονταν για τη βραδιά.
Музыканты оркестра готовились к вечеру. · The orchestral musicians were preparing for the evening.
Ήταν πολύ δύσκολο να είσαι συμφωνιστή σε διάσημο ορχήστρα.
Быть скрипачом в знаменитом оркестре было очень сложно. · It was very difficult to be a violinist in a famous orchestra.